Για την Ελλάδα!

Πλαίσιο αρχών

ΠΡΟΤΑΣΗ ΓΙΑ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΕΣ ΑΛΛΑΓΕΣ ΣΤΟ ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΤΗΣ ΧΩΡΑΣ

ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ

Βασικό γνώρισμα της υγιούς διακυβέρνησης είναι ο διαχωρισμός των εξουσιών: Εκτελεστικής (Κυβέρνηση), Νομοθετικής (Βουλή) και Δικαστικής. Στην Ελλάδα δεν συμβαίνει αυτό διότι η εκάστοτε Κυβέρνηση ελέγχει τη Bουλή και πρακτικά νομοθετεί κατά βούληση (με την εκάστοτε αντιπολίτευση να έχει ουσιαστικά διακοσμητικό ρόλο), ενώ διορίζει την ηγεσία της Δικαιοσύνης επιλέγοντας συνήθως πρόσωπα φιλικά προς αυτή που ανήκουν στο δικό της κομματικό χώρο. Αυτό καθιστά τη Δημοκρατία στη χώρα μας έναν μεγάλο ασθενή, με δυσάρεστες συνέπειες που περιλαμβάνουν και την παρούσα οικονομικο-κοινωνική κρίση και παρακμή.

«Η εξουσία διαφθείρει, και η απόλυτη εξουσία διαφθείρει απόλυτα». Είναι παρατηρημένο φαινόμενο στην πολιτική από την αρχαία Ελλάδα, και οφείλεται στην ανθρώπινη φύση. Γι’ αυτό ένα ώριμο πλαίσιο διακυβέρνησης δεν συγκεντρώνει την εξουσία σε λίγους αλλά την καταμερίζει, εμπεριέχει μηχανισμούς ελέγχου της εξουσίας, και θεσμούς που εξασφαλίζουν ότι η εξουσία δεν θα γίνει αυταρχική.

Τι συμβαίνει στην Ελλάδα; Το κυβερνητικό κόμμα εξασφαλίζει μια κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Τα νομοσχέδια που προτείνει η κυβέρνηση κατά κανόνα ψηφίζονται από τη Βουλή, και όσοι Βουλευτές του κυβερνητικού κόμματος ή συνασπισμού δεν τα υπερψηφίσουν, αντιμετωπίζουν κυρώσεις και διαγραφές, που πιθανόν σημαίνει και το τέλος της πολιτικής τους σταδιοδρομίας. Μέλη της κυβέρνησης είναι και Βουλευτές, σε αντίθεση με την αρχή του διαχωρισμού νομοθετικής-εκτελεστικής εξουσίας (Βουλής-Κυβέρνησης). Οι Βουλευτές για να εκλεγούν πρέπει να ανήκουν σε κάποιο κόμμα. Ο ψηφοφόρος διαλέγει κόμμα, όχι αξιόλογα άτομα που μπορεί να ανήκουν σε διαφορετικά κόμματα ή να είναι εκτός κομμάτων, ενώ η επιλογή του περιορίζεται σε προεπιλεγμένους υποψηφίους, συχνότατα ανίκανους κομματικούς καριερίστες που ποτέ στη ζωή τους δεν εργάστηκαν. Το κυβερνητικό κόμμα είναι στα χέρια του αρχηγού και πρωθυπουργού, ο οποίος (με τον άμεσο κύκλο του) πολλές φορές έχει τον απόλυτο έλεγχο. Έτσι στην μεταπολιτευτική Ελλάδα, οι Έλληνες δεν επιλέγουν κυβέρνηση, αλλά μονάρχη κάθε x χρόνια, όπου x έχει καταντήσει τυχαία μεταβλητή όπως βολεύει την εκάστοτε κυβέρνηση. Σχεδόν κάθε νομοσχέδιο υπερψηφίζεται χωρίς ουσιαστικό διάλογο. Η αντιπολίτευση περιορίζεται σε διαμαρτυρίες για κάθε κίνηση της κυβέρνησης. Θεσμικός έλεγχος ανύπαρκτος.

Υπάρχει όμως καλύτερο σύστημα, αν αναγνωριστούν τα παρακάτω:
α. Ο διαχωρισμός νομοθετικής-εκτελεστικής εξουσίας (Βουλής-Κυβέρνησης), με ασυμβίβαστο ιδιότητας υπουργού-Βουλευτή.

β. Η εκτελεστική εξουσία (κυβέρνηση) δεν χρειάζεται την πλειοψηφία στη Βουλή, απλά μια αρχική ψήφο εμπιστοσύνης για να ξεκινήσει το έργο της.

δ. Υπάρχουν αξιόλογα πιθανώς υποψήφια άτομα εκτός κομμάτων τα οποία είναι αποκλεισμένα από την εκλογική διαδικασία.

Με βάση τα παραπάνω, προτείνονται οι παρακάτω αλλαγές (κάποιες από αυτές απαιτούν Συνταγματική τροποποίηση)

ΠΡΟΤΑΣΗ

  1. Σταθερή ημερομηνία εκλογών κάθε 4 χρόνια (π.χ. δεύτερη Κυριακή του Νοεμβρίου). Ορκωμοσία πρωθυπουργού και νέων Βουλευτών στις 10 Ιανουαρίου. Προγραμματικές δηλώσεις της Κυβέρνησης και ψήφος εμπιστοσύνης εντός της επόμενης εβδομάδος.
  2. Μείωση του αριθμού των Βουλευτών σε 200.
  3. Περιορισμός των Υπουργείων σε 15. Μέγιστος αριθμός Υφυπουργών 2 ανά υπουργείο και κατάργηση αναπληρωτών Υπουργών. Κατ’ εξαίρεση ο Πρωθυπουργός μπορεί να ιδρύσει το πολύ έως 2 επί πλέον Υπουργεία, αλλά αυτό απαιτεί πλειοψηφία 3/5 της Βουλής.
  4. Το εκλογικό σώμα εκλέγει απ’ ευθείας τον πρωθυπουργό και τους Βουλευτές, ανεξαρτήτως κομμάτων (δηλαδή κάθε ψηφοδέλτιο έχει τα ονόματα όλων των υποψηφίων Βουλευτών στην εκλογική περιφέρεια - με το κόμμα στο οποίο ανήκουν - και των υποψηφίων πρωθυπουργών).
  5. Ο υποψήφιος πρωθυπουργός που συγκεντρώνει τις περισσότερες ψήφους αναλαμβάνει το σχηματισμό κυβέρνησης επιλέγοντας τα μέλη της που δεν επιτρέπεται να είναι Βουλευτές.
  6. Η μη ψήφιση Νομοσχεδίου που έχει καταθέσει η Κυβέρνηση δεν σημαίνει άρση της εμπιστοσύνης της βουλής.
  7. Αυξάνονται σημαντικά οι δυνατότητες της αντιπολίτευσης αλλά και Βουλευτών ή ομάδων Βουλευτών να καταρτίζουν Νομοσχέδια και να τα εισάγουν στη βουλή προς ψήφιση. Θεσμοθετείται η δυνατότητα δημοψηφισμάτων που προκαλούνται από το λαό ή από το λαό συν αριθμό Βουλευτών, με ελάχιστο αριθμό υπογραφών σε κάθε μια από τις 2 περιπτώσεις (π.χ. και εντελώς ενδεικτικά: 300.000 υπογραφές πολιτών, ή 150.000 υπογραφές πολιτών + οι υπογραφές του 1/3 των Βουλευτών). Με τα δημοψηφίσματα μπορεί να καταργούνται ψηφισμένοι Νόμοι, να ψηφίζονται νέοι Νόμοι, ή και να γίνονται πρόωρες εκλογές.
  8. Οι Πρόεδροι των ανωτάτων δικαστηρίων προτείνονται από την Κυβέρνηση και εγκρίνονται από τη Βουλή με αυξημένη πλειοψηφία. Η διαδικασία αρχίζει 3 μήνες πριν τη λήξη της θητείας κάθε Προέδρου. Όταν λήξει η θητεία Προέδρου ανωτάτου δικαστηρίου, αυτή παρατείνεται αυτομάτως μέχρι την ανάληψη καθηκόντων από τον νέο Πρόεδρο.

Προφανώς υπάρχουν και άλλα που πρέπει να γίνουν (π.χ. απονομή δικαιοσύνης, λογοδοσία των διοικούντων), τα οποία μπορούν να αναλυθούν ανεξάρτητα. Οι προτεινόμενες αλλαγές επιτυγχάνουν σε μεγάλο βαθμό, χωρίς να αλλάζουν το πολιτικό μας σύστημα, το διαχωρισμό των εξουσιών, τη μείωση των ευκαιριών χρηματισμού Υπουργών και Βουλευτών και ταυτόχρονα δίνουν τη δυνατότητα σε υποψήφιους Βουλευτές εκτός κομμάτων να κατεβούν στις εκλογές (αν π.χ. έχουν συγκεντρώσει έναν ικανό αριθμό υπογραφών) και στους πολίτες να επιλέγουν άτομα και όχι κόμματα ενώ παράλληλα σταθεροποιούν τη διαδικασία αλλαγής κυβέρνησης. Οι αλλαγές αυτές μπορεί να μη λύνουν άμεσα προβλήματα όπως π.χ. η ανεργία και το μεταναστευτικό, αλλά θέτουν τα θεμέλια για μια πιο υγιή διακυβέρνηση, αποτρέποντας την ψήφιση νόμων με τους οποίους διαφωνεί η πλειοψηφία των Ελλήνων, και περιορίζοντας τη διαφθορά.